Το πρακτικό διαμεσολάβησης, με το οποίο επιλύεται διαφορά που αφορά σε ακίνητο κατά τρόπο ώστε να συνιστάται, αλλοιώνεται, μετατίθεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα, με την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου, οπότε είναι και εκτελεστός τίτλος, αναπληρώνει πλήρως το συμβολαιογραφικό τύπο, ώστε μπορεί να μεταγραφεί ή να καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο. Κατά τη μεταγραφή ή καταχώριση, πλην του πρακτικού διαμεσολάβησης, θα πρέπει να συνυποβληθούν στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή κτηματολογικό γραφείο, όλα εκείνα τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο, όταν αυτό πρόκειται να μεταγραφεί ή να καταχωρηθεί.

Ια. Κατά το άρθρο 6 §§ 1, 2, 3 και 4 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του από το ν.3127/2003, ορίζεται: «1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β’ του άρθρου 3… 2 α). Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς αυτής προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) ετών… γ) Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που προβλέπει το άρθρο 1 § 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων όσο και κατά του ειδικού διαδόχου αυτού… 4. α) Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στις §§ 2 και 3 του παρόντος άρθρου, αν το δικαίωμα που καταχωρήθηκε στην αρχική εγγραφή είχε μεταβιβασθεί, αλλοιωθεί ή καταργηθεί δυνάμει δικαιοπραξίας, διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή άλλης διαδικαστικής πράξης πριν από την ημερομηνία καταχώρισης των πρώτων εγγραφών, η διόρθωση της αρχικής εγγραφής δεν απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, η επαγόμενη τη μεταβίβαση, αλλοίωση, επιβάρυνση ή κατάργηση του εγγραπτέου δικαιώματος πράξη, καταχωρίζεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με αίτηση του δικαιούχου ή κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως και 16, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει άλλη, ασυμβίβαστη κατά περιεχόμενο εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο. Στην περίπτωση των πάσης φύσεως βαρών, τα οποία νομίμως έχουν συσταθεί και βαρύνουν την κυριότητα ή άλλο εγγραπτέο δικαίωμα η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του εάν η καταχώριση της συστατικής του βάρους πράξης στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου είναι προγενέστερη της κτήσεως του καταχωρισθέντος στο κτηματολόγιο δικαιώματος…. β) Η αίτηση… υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που ισχύει για την αγωγή της § 2 του άρθρου αυτού, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας ισχύουν τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 7α. Με την αίτηση συνυποβάλλονται επικυρωμένα αντίγραφα των δημοσίων εγγράφων και πιστοποιητικά εγγραφής τους στα βιβλία του οικείου υποθηκοφυλακείου, από τα οποία προκύπτει η νόμιμη μεταβίβαση, αλλοίωση, επιβάρυνση ή κατάργηση του καταχωρισθέντος στις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές εγγραπτέου δικαιώματος. Η αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης γίνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και πάντως σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των πέντε (5) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της. Η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα της πράξης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση γίνεται κατόπιν απόφασης του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου, εφόσον συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις… γ) Κατά της απόφασης του προϊσταμένου, θετικής ή αρνητικής, ο αιτών, ο αρχικός εγγεγραμμένος και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορούν να υποβάλουν αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 16».

Επίσης κατ’ άρθρο 16 §§ 2 και 5 του ανωτέρω νόμου «2. Αν ο προϊστάμενος του κτηματολογικού γραφείου αρνηθεί τη ζητούμενη καταχώριση, σημειώνει την άρνηση του και εκθέτει συνοπτικά τους λόγους επί της αρνήσεως ή σε επισυναπτόμενο στην αίτηση πρόσθετο φύλλο και γνωστοποιεί αμελλητί την απόφαση του στον αιτούντα… 5. Κατά της αρνητικής απόφασης του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου … ο αιτών δικαιούται να προβάλλει αντιρρήσεις… Οι αντιρρήσεις υποβάλλονται με αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή και εγγράφονται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Ο Κτηματολογικός Δικαστής, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ελέγχει αν η αντίρρηση έχει εγγραφεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου και σε αρνητική περίπτωση την απορρίπτει ως απαράδεκτη…».

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι σε περίπτωση που στις πρώτες εγγραφές έχει καταχωρηθεί ένα εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο ήδη πριν από τις πρώτες εγγραφές στο κτηματολόγιο είχε υποστεί κάποια μεταβολή (πχ. μεταβιβάσθηκε ή αλλοιώθηκε ή επιβαρύνθηκε με υποθήκη) μη εμφαινόμενη στις πρώτες εγγραφές, ο δικαιούχος αυτού (μη καταχωρηθέντος δικαιώματος) μπορεί με αίτηση του ενώπιον του αρμοδίου κτηματολογικού γραφείου να ζητήσει να καταχωρηθεί το εγγραπτέο δικαίωμα του στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως και 16 του ν. 2664/1998, ως μεταγενέστερη εγγραφή υπό την έννοια του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, εφόσον: i) το εγγραπτέο δικαίωμα περιήλθε στο δικαιούχο δυνάμει δικαιοπραξίας, διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή άλλης διαδικαστικής πράξης πριν από την ημερομηνία καταχώρισης των πρώτων εγγραφών, η ως άνω πράξη πρέπει να αφορά σε μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση του ήδη καταχωρηθέντος στις αρχικές εγγραφές δικαιώματος, ii) δεν έχει μεσολαβήσει άλλη εγγραφή, επαγόμενη τη μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση του εγγραπτέου δικαιώματος και iii) προκύπτει κατά τρόπο ευχερή το εγγραπτέο δικαίωμα από τίτλο που στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση ή διαδικαστική πράξη. Η ανωτέρω δυνατότητα «εξωδικαστικής διόρθωσης ανακριβούς εγγραφής» προβλέφθηκε από το ν. 3127/2003 με την προσθήκη στο άρθρο 6 του ν. 2664/1998 της § 4, χωρίς να αποκλείεται η επίλυση της διαφοράς με την έγερση τακτικής αναγνωριστικής αγωγής κατ’ άρθρο 6 §§ 2 και 3 του ν. 2664/1998 (ΜΠΘεσ 8952/2006, Αρμ 2006.1979).

Ιβ. Η διαμεσολάβηση, ως εναλλακτική μέθοδος επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών εκτός δικαστηρίων, καθιερώθηκε με το ν. 3898/2010 κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008. Οι διαφορές που μπορούν να υπαχθούν σε διαμεσολάβηση είναι όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, το αντικείμενο των οποίων έχουν εξουσία να διαθέτουν τα μέρη της διαφοράς (άρθρο 2 ν. 3898/2010). Η προσφυγή των μερών στη διαμεσολάβηση είναι οικειοθελής και μπορεί να γίνει, είτε πριν την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας, ή μετά την έναρξη της και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους (άρθρο 8 § 1 ν. 3898/2010). Σε περίπτωση που τα μέρη επιτύχουν να επιλύσουν τη διαφορά κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τότε η συμφωνία τους αποτυπώνεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υπογράφεται από τα μέρη, τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και τον διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 9 § 3 του ν.3898/2010 το πρακτικό διαμεσολάβησης, από την κατάθεση του στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας όπου διεξήχθη η διαμεσολάβηση, εφόσον περιέχει συμφωνία των μερών για ύπαρξη αξίωσης, που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 § 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ. Η διαμεσολάβηση, ως μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών, αναγνωρίζεται νομοθετικά και στον ΚΠολΔ, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με το ν. 4335/2015. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 116Α και 214Γ ΚΠολΔ, καθιερώνουν την υποχρέωση του δικαστηρίου να ενθαρρύνει και να προτείνει, σε κάθε στάση της δίκης και σε κάθε διαδικασία, την προσφυγή των διαδίκων στη διαμεσολάβηση, ορίζοντας και τις δικονομικές συνέπειες, που θα είχε η προσφυγή των διαδίκων σε μια τέτοια διαδικασία. Πρόκειται συγκεκριμένα για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών, ή ακόμα και τη ματαίωση της στο πλαίσιο των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ (άρθρο 214Γ § 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με την προσθήκη στον ΚΠολΔ της διάταξης του άρθρου 214Β, με το ν. 4055/2012, προβλέπεται η δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με τη βοήθεια δικαστή, ο οποίος επιτελεί ρόλο μεσολαβητή, χωρίς κατ’ ανάγκην να έχει λάβει ειδική εκπαίδευση και πιστοποίηση, όπως τούτο ρητά απαιτείται για τον διαμεσολαβητή (άρθρα 4 εδ. γ 1 και 5 του ν. 3898/2010 και π.δ. 123/2010). Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 214Β § 2 ΚΠολΔ ορίζει ότι οι δικαστές μεσολαβητές πλήρους ή μερικής απασχόλησης ορίζονται σε κάθε πρωτοδικείο και εφετείο, για δύο έτη. Αυτό σημαίνει ότι, ο δικαστής μεσολαβητής ορίζεται από τον προϊστάμενο του πρωτοδικείου ή του εφετείου, είναι επομένως συγκεκριμένος και δεν επιλέγεται από τα μέρη, όπως ο διαμεσολαβητής.

Οι δύο αυτές δυνατότητες συναινετικής επίλυσης της διαφοράς συμπίπτουν απόλυτα ως προς την ισχύ και λειτουργία του πρακτικού στο οποίο καταλήγουν, σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας των μερών. Τόσο το πρακτικό διαμεσολάβησης, όσο και το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης, έχουν από το νόμο την ίδια ακριβώς ισχύ εκτελεστού τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 § 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, από την κατάθεση του στη γραμματεία του αρμόδιου πρωτοδικείου (πρβλ. άρθρα 214Β § 5 ΚΠολΔ για τη δικαστική μεσολάβηση και 9 § 3 ν.3898/2010 για τη διαμεσολάβηση, των οποίων ακόμα και η σχετική διατύπωση ταυτίζεται απόλυτα). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 293 § 1 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει, οι διάδικοι μπορούν σε κάθε στάση της δίκης να συμβιβάζονται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Ο συμβιβασμός γίνεται με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή ή συμβολαιογράφου και επιφέρει αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης. Ο συμβιβασμός αυτός, καθώς και εκείνος που περιέχεται στα πρακτικά των παραγράφων 3 του άρθρου 214Α και 5 του άρθρου 214Β, καλύπτει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος για την κτήση, κατάργηση ή μεταβολή εμπράγματου δικαιώματος. Η διάταξη αυτή εξομοιώνει ως προς τις έννομες συνέπειες τους το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης και το πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς κατ’ άρθρο 214Α § 3 ΚΠολΔ, με το πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού. Κατά συνέπεια, τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν συμβιβασμό, το πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς του άρθρου 214Α § 3 ΚΠολΔ και το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης του άρθρου 214Β § 5 ΚΠολΔ, συνιστούν τύπο ισοδύναμο προς το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τίτλοι για τη σύσταση, αλλοίωση, μετάθεση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος. Ωστόσο, στη διάταξη του άρθρου 293 § 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ δε γίνεται ρητή αναφορά στο πρακτικό μεσολάβησης, που συνάπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 214Γ ΚΠολΔ, με συνέπεια να δημιουργείται κενό δικαίου.

Παρά ταύτα, η έλλειψη ρητής νομοθετικής ρύθμισης, δε δημιουργεί καμιά αμφιβολία για το ότι ο σκοπός του νόμου που αφορά στην έννοια και λειτουργία του πρακτικού δικαστικού συμβιβασμού, καλύπτει και το πρακτικό διαμεσολάβησης του άρθρου 9 ν. 3898/2010, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 293 § 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, για τους εξής λόγους: i) το πρακτικό διαμεσολάβησης, που περιέχει συμφωνία των μερών για αξίωση που μπορεί να εκτελεστεί αναγκαστικά, από και με την κατάθεση του στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου είναι τίτλος εκτελεστός, σύμφωνα με το άρθρο 904 § 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ισοδυναμεί επομένως με δικαστική απόφαση, ii) το πρακτικό διαμεσολάβησης έχει την ίδια ακριβώς ισχύ και με τους ίδιους όρους με το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης, που συνάπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 214Β § 5 ΚΠολΔ. iii) επίσης, το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κατ’ άρθρο 214Α ΚΠολΔ, μετά την επικύρωση του από τον δικαστή ή τον πρόεδρο του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή ή το ένδικο μέσο, αποτελεί τίτλο εκτελεστό, αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 214Α § 3 ΚΠολΔ.

Με βάση τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις σκοπός του νομοθέτη είναι η εξομοίωση όλων των μορφών εξωδικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών προς το δικαστικό συμβιβασμό και τα αποτελέσματα του. Ειδικότερα, με την προϋπόθεση τήρησης της προβλεπομένης από τις διατάξεις των άρθρων 9 § 3 του ν. 3898/2010, 214Β § 5 και 214Α § 3 ΚΠολΔ διαδικασίας για την κατάθεση στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου -στις περιπτώσεις της διαμεσολάβησης και της δικαστικής μεσολάβησης- ή για την επικύρωση από τον αρμόδιο δικαστή -στη περίπτωση της εξώδικης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατ’ άρθρο 214Α ΚΠολΔ- το πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, ανεξάρτητα από τη διαδικασία από την οποία προήλθε, αποτελεί -και στις τρεις πιο πάνω περιπτώσεις- εκτελεστό τίτλο. Πρόκειται συνεπώς για όμοιες περιπτώσεις, στις οποίες ο νόμος επιβάλλεται, με βάση την αρχή της ισότητας, να προβλέπονται ίδιες έννομες συνέπειες ως προς την εξομοίωση όλων των μορφών εξωδικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών προς το δικαστικό συμβιβασμό και τα αποτελέσματα του. Στο σημείο αυτό, ακριβώς, εδράζεται ο δικαιολογητικός λόγος της αναλογίας, από την οποία συνάγεται ερμηνευτικά ότι και το πρακτικό διαμεσολάβησης του άρθρου 9 ν. 3898/2010 εξομοιώνεται με πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, εφόσον κατά ρητή διάταξη νόμου (παρ. 3 του πιο πάνω άρθρου 9), αποτελεί εκτελεστό τίτλο από την κατάθεση του στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου. Έτσι, αναμφισβήτητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αυτό καθαυτό, ως τίτλος για τη σύσταση, αλλοίωση, μετάθεση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος, ακόμη και στις περιπτώσεις διαφορών που προκύπτουν από ανακριβείς κτηματολογικές εγγραφές (Δ. Παπαστερίου, Κτηματολογικό Δίκαιο, έκδοση 2013, σ. 823). Και τούτο διότι στη διάταξη του άρθρου 293 § 1 ΚΠολΔ ορίζεται ρητά ότι τόσο ο δικαστικός συμβιβασμός, όσο και ο συμβιβασμός που περιέχεται στα πρακτικά των παραγράφων 3 του άρθρου 214Α και 5 του άρθρου 214Β ΚΠολΔ, καλύπτει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι, αν το πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, ή το πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατά το άρθρο 214 § 3 ΚΠολΔ, ή το πρακτικό δικαστικής μεσολάβησης του άρθρου 214Β § 5 ΚΠολΔ αφορά σύσταση, αλλοίωση, μετάθεση ή κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, καλύπτει τον απαιτούμενο κατά το ουσιαστικό δίκαιο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (1192 αρ. 1 ΑΚ), κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 293 § 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ, και επομένως μπορεί να μεταγραφεί στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή να καταχωρηθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης, με το οποίο επιλύεται διαφορά που αφορά σε ακίνητο κατά τρόπο ώστε να συνιστάται, αλλοιώνεται, μετατίθεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα, από και με την κατάθεση του στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου, οπότε είναι και τίτλος εκτελεστός, σύμφωνα με το άρθρο 904 § 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, αναπληρώνει πλήρως τον συμβολαιογραφικό τύπο, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 293 § 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ και μπορεί να μεταγραφεί ή να καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο. Κατά τη μεταγραφή ή καταχώριση, πλην του πρακτικού διαμεσολάβησης, θα πρέπει να συνυποβληθούν στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο ή κτηματολογικό γραφείο, όλα εκείνα τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως δήλωση φόρου μεταβίβασης ή χρησικτησίας, τοπογραφικό διάγραμμα, πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, πιστοποιητικό άρθρου 54α ν. 4174/2013 περί καταβολής ΕΝΦΙΑ, βεβαίωση μηχανικού κατά το ν. 4178/2013, πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης /κ.λπ. Κατά τα λοιπά, ο έλεγχος της νομιμότητας του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου κατά το άρθρο 16§1 του ν. 2664/1998, δεν μπορεί να επεκταθεί σε έλεγχο της νομικής ή ουσιαστικής ορθότητας της συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς, που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης (Ε. Τσέλιου, Το πρακτικό διαμεσολάβησης ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης και ως τίτλος προς μεταγραφή, Συνήγορος 2017 σ. 66-69).

II. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση τους οι αιτούντες εκθέτουν ότι έχουν καταστεί με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση εξ αδιαιρέτου ποσοστά, του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Κηφισιάς, ως ανήκον στη συγκυριότητα της … κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, του … κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, της … κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου και του έκτου αιτούντα κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου. Ότι οι αιτούντες ήγειραν σε βάρος της … και του … την από 31.3.017 και με αριθ.κατ.δικ. …/2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να αναγνωριστούν οι ίδιοι ως συγκύριοι του ανωτέρω γεωτεμαχίου. Ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας οι διάδικοι της ως άνω δίκης συμφώνησαν την υπαγωγή της διαφοράς τους σε διαδικασία διαμεσολάβησης σύμφωνα με το ν. 3898/2010, στα πλαίσια της οποίας καταρτίσθηκε το με ημερομηνία 5.4.2017 πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και έλαβε τον αριθμό …/6.4.2017. Ότι την 5η.5.2017 υπέβαλαν αίτηση στο κτηματολογικό γραφείο Κηφισιάς Αττικής, με την οποία ζητούσαν να καταχωρηθεί το ως άνω πρακτικό διαμεσολάβησης στο κτηματολογικό φύλλο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …, προκειμένου να διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική κτηματολογική εγγραφή και να καταχωρηθούν οι αιτούντες ως συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά τα αναφερόμενα στο πρακτικό διαμεσολάβησης ποσοστά συγκυριότητας. Ότι η προϊσταμένη του ως άνω κτηματολογικού γραφείου με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …/5.5.2017 πράξη της αρνήθηκε την αιτηθείσα καταχώριση του πρακτικού διαμεσολάβησης και την επί τη βάσει αυτού διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής, με την αιτιολογία ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης, που συνάπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 214Γ ΚΠολΔ, δεν εμπεριέχεται στις μνημονευόμενες στις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 του ν. 2664/1998 και 1192 αρ.5 ΑΚ πράξεις, που καταχωρούνται στα κτηματολογικά βιβλία. Επικαλούμενοι τα πραγματικά αυτά περιστατικά οι αιτούντες ζητούν να διαταχθεί η προϊσταμένη του κτηματολογικού γραφείου Κηφισιάς να καταχωρήσει στο κτηματολογικό φύλλο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ … το από 5.4.2017 πρακτικό διαμεσολάβησης…

III. Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: … Η προϊσταμένη του ως άνω κτηματολογικού γραφείου με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …./5.5.2017 πράξη της αρνήθηκε την αιτηθείσα καταχώριση του με ημερομηνία 5.4.2017 πρακτικού διαμεσολάβησης και την επί τη βάσει αυτού διόρθωση της εσφαλμένης αρχικής εγγραφής, με την αιτιολογία ότι το πρακτικό διαμεσολάβησης, που συνάπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 214Γ ΚΠολΔ, δεν εμπεριέχεται στις μνημονευόμενες στις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 του ν. 2664/1998 και 1192 αρ.5 ΑΚ πράξεις, που καταχωρούνται στα κτηματολογικά βιβλία. Πλην όμως, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχεία Ι.β νομική σκέψη της αποφάσεως αυτής, το πρακτικό διαμεσολάβησης, με το οποίο επιλύεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου που αφορά σε ακίνητο κατά τρόπο ώστε να συνιστάται, αλλοιώνεται, μετατίθεται ή καταργείται εμπράγματο δικαίωμα, από και με την κατάθεση του στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου, οπότε είναι και τίτλος εκτελεστός, σύμφωνα με το άρθρο 904 § 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, αναπληρώνει πλήρως το συμβολαιογραφικό τύπο, που προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 293 § 1 εδ. γ’ ΚΠολΔ και ως εκ τούτου μπορεί να μεταγραφεί ή να καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, να αρθεί η εκκρεμότητα που δημιουργήθηκε από την έκδοση της με αριθμ. πρωτ. …/5.5.2017 πράξης της προϊσταμένης του κτηματολογικού γραφείου Κηφισιάς Αττικής και να διαταχθεί η καταχώριση του με ημερομηνία 5.4.2017 πρακτικού διαμεσολάβησης στο κτηματολογικό φύλλο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …, με σχετική πράξη καταχώρισης, η οποία θα θεωρείται ότι έγινε από τότε που υποβλήθηκε η από 5.5.2017 αίτηση καταχώρισης εγγραπτέας πράξης από τους αιτούντες-προσφεύγοντες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *