Υποχώρηση in casu των δικαιωμάτων της ενάγουσας στην ιδιωτική ζωή και στην προστασία προσωπικών δεδομένων έναντι του ίσης τυπικής ισχύος δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων. Τα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν την ένδικη αστική διαφορά. Δεν αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα οι επίμαχες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις, τα οποία ανευρέθησαν εντός της οικογενειακής στέγης αποθηκευμένα στη μνήμη του οικογενειακού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μη παραβίαση του απορρήτου της ελεύθερης επικοινωνίας της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι δεν προσέβαλαν εν προκειμένω, με οποιονδήποτε τρόπο, παρανόμως, αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και υπαιτίως την τιμή, την ατομική και επαγγελματική υπόληψη της ενάγουσας και εν γένει την προσωπικότητα αυτής ούτε τέλεσαν εις βάρος της οποιαδήποτε αδικοπραξία.

ΑΠΟΦΑΣΗ 116/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αποτελούμενο από το Δικαστή Κωνσταντίνο Ρήγα, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από το Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο Πατρών Πρόεδρο Πρωτοδικών, και από τη γραμματέα Κωνσταντίνα Καλλάη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα την 9η Απριλίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των κάτωθι:

Της ενάγουσας: Ε. Γ. του ., κατοίκου …, επί της οδού … αρ. …, και με Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής, Ιωάννη Παπαναστασόπουλου, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.

Των εναγομένων: 1) Τ. Λ. του Γ., κατοίκου …, επί της οδού … αρ. …, και με Α.Φ.Μ. …, 2) Σ.-Δ. Λ. του Γ., κατοίκου … και με Α.Φ.Μ. …, 3) Π. Π. του Ν., κατοίκου … και με Α.Φ.Μ. …, 4) Γ. Λ. του Σ., κατοίκου … και με Α.Φ.Μ. …, και 5) Δ. Λ. του Γ., κατοίκου …, επί της οδού … αρ. …, και με Α.Φ.Μ. …, που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Παναγιώτη Κεφαλληνού, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Η ενάγουσα αιτείται να γίνει δεκτή η από 18-5-2018 αγωγή αυτής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ./18-5-2018, προσδιορίσθηκε μέσω της υπ’ αριθμόν ./12-10-2018 πράξεως του Προέδρου Πρωτοδικών Πατρών για τη μνημονευόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και ενεγράφη στο σχετικό πινάκιο με αριθμό ., οπότε εκφωνήθηκε και συζητήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο εμφανισθείς στο ακροατήριο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα διαλαμβάνονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομοτύπως, ενώ ο μη εμφανισθείς στο ακροατήριο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομοτύπως.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η ενάγουσα ιστορεί μέσω της υπό κρίση αγωγής, σύμφωνα με την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι, κατά το έτος 2017, οι εναγόμενοι τέλεσαν, με δόλο, εις βάρος της, υπό τις παρατιθέμενες στην αγωγή συνθήκες και διακρίσεις, τις εκεί περιγραφόμενες αξιόποινες πράξεις αφενός της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων και αφετέρου της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή και σε συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση ο πέμπτος εναγόμενος εν διαστάσει σύζυγος της ενάγουσας, με συνέπεια αυτή να προσβληθεί παρανόμως, αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και υπαιτίως στην προσωπικότητά της καθώς και να υποστεί εντεύθεν τη μνημονευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο ηθική βλάβη. Ενόψει των προεκτεθέντων, η ενάγουσα αιτείται, όπως, διά της καταχωρισθείσας στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως προφορικής δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και των νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεών της, έχει παραδεκτώς, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 223, 237§1, 294, 295§1 και 297 ΚΠολΔ, αφενός παραιτηθεί η ενάγουσα από το κύριο αγωγικό αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μέσω της απειλής εναντίον εκάστου απ’ αυτούς χρηματικής ποινής ύψους 15.000 ευρώ υπέρ της ενάγουσας και προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παραβίαση της εκδοθησόμενης αποφάσεως, να παραλείπουν στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς της και αφετέρου τραπεί εν μέρει το κύριο αγωγικό αίτημα καταβολής από έκαστο των εναγομένων του ποσού των 31.000 ευρώ από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να: α) υποχρεωθεί, διά της κηρύξεως της εκδοθησόμενης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, της απαγγελίας εις βάρος αυτών προσωπικής κρατήσεως διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής, ο καθένας εκ των εναγομένων να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που προκλήθηκε εντεύθεν σ’ αυτήν, β) να αναγνωρισθεί ότι έκαστος των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ για πρόσθετη χρηματική της ικανοποίηση ένεκα της προειρημένης ηθικής βλάβης αυτής, νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, όπως επίσης γ) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας.

2. Με τα ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 18-5-2018 και εμπροθέσμως ασκηθείσα (ά. 122 επ., 144 επ. και 215 ΚΠολΔ), εν μέρει καταψηφιστική και εν μέρει αναγνωριστική αγωγή, για το προπαρατεθέν υπό τα στοιχεία 1.α. καταψηφιστικό και χρηματικό κύριο αίτημα της οποίας έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επιβαρύνσεις (βλ. τα προσκομιζόμενα εκ μέρους της ενάγουσας με αριθμούς … παράβολα, που έχουν πληρωθεί απ’ αυτήν), παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (ά. 7, 9, 12-14, 22, 35 και 37§1 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί με την αρμόζουσα τακτική διαδικασία, όπως έχει μετά το Ν. 4335/2015 (βλ. το άρθρο ένατο αυτού). Είναι επιπροσθέτως παραδεκτή, απορριπτομένου ως νόμω αβάσιμου του περί αοριστίας της ισχυρισμού των εναγομένων (ά. 216 ΚΠολΔ), και νόμιμη, ερειδόμενη στις ρυθμίσεις των άρθρων 57, 59, 299, 330εδ.α, 340, 345εδ.α, 346, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, 27, 46§1, 94, 98, 224, 362, 363 ΠΚ, 70, 74αρ.1, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ, εκτός του παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος να απαγγελθεί εις βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, όπερ απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμο, δοθέντος ότι δε διατάσσεται προσωπική κράτηση λόγω αδικοπραξίας για απαιτήσεις κατώτερες των 30.000 ευρώ (ά. 904 και 1047§2 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει επομένως η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτής.

3. Από τις με αριθμούς ./29-5-2018, ./31-5-2018 και ./5-6-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν., συζύγου Σ. Γ., το γένος Χ. και Χ. Π., και Κ. Α. του Γ. και της Ά., Μ. Σ. του Ν. και της Ε. και Ο. Π. του Χ. και της Α. αντιστοίχως ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών …, που νομίμως προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα, με πρωτοβουλία της οποίας πραγματοποιήθηκαν ύστερα από τη νομότυπη και εμπρόθεσμη, δηλαδή πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση των αντιδίκων της (ά. 421 επ. ΚΠολΔ, βλ. τις νομίμως προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως με αριθμούς .΄/22-5-2018 και .΄/22-5-2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών … και με αριθμούς .΄/22-5-2018, .΄/22-5-2018 και .΄/22-5-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών …), την υπ’ αριθμόν ./20-9-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Δ. Β. του Π. και της Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου …, που νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι, με πρωτοβουλία των οποίων έγινε κατόπιν της νομότυπης και εμπρόθεσμης, ήτοι πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλητεύσεως της αντιδίκου αυτών (ά. 421 επ. ΚΠολΔ, βλ. τη νομίμως προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμόν .Δ΄/14-9-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών …), απ’ όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ά. 336§3, 339, 340, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα εκ των οποίων εγγράφων αναφέρονται ειδικώς κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ά. 336§4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Διά των με αριθμούς ./18-9-2017 ένορκης βεβαιώσεως της πρώτης των εναγομένων ως μάρτυρος ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών …, ./18-9-2017 ένορκης βεβαιώσεως του δεύτερου εναγομένου ως μάρτυρος ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου .. και ./13-10-2017 ένορκης βεβαιώσεως του τρίτου των εναγομένων ως μάρτυρος ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, τις οποίες ένορκες βεβαιώσεις ο πέμπτος των εναγομένων, αδελφός των δύο πρώτων εξ αυτών και κουνιάδος του τρίτου εναγομένου, προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, μέσω των από 25-9-2017 και 16-10-2017 αντιστοίχως προτάσεών του, προς ανταπόδειξη στις δίκες με αντικείμενο τις, από 10-5-2017 και 7-6-2017 αντιστοίχως και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ./2017 και ./2017 αντιστοίχως, δύο αγωγές αποζημιώσεως της εν προκειμένω ενάγουσας ειδικευόμενης ψυχιάτρου εναντίον του πέμπτου των εναγομένων ιατρού-παθολόγου-εντατικολόγου, εν διαστάσει από την 6-3-2017, συζύγου αυτής, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ενώπιον τρίτων, δηλαδή των προδιαληφθεισών συμβολαιογράφων, του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που έκρινε το καθένα εκ των προειρημένων αντίστοιχων ένδικων βοηθημάτων και της γραμματέως που συνέπραξε στην εκδίκασή τους κατά την 13-3-2018 και την 8-5-2018 αντιστοίχως, ότι, από το έτος 2015 και εντεύθεν, η ενάγουσα ήταν συνεχώς παγερή και εριστική με τον πέμπτο των εναγομένων, σύζυγο αυτής από την 18-9-2008, και τα δύο κοινά ανήλικα τέκνα τους, νευρική, επιθετική και προσβλητική, στερείτο υπομονής, ασχολείτο αποκλειστικώς με την αποστολή γραπτών μηνυμάτων, προς άγνωστη κατεύθυνση, και τον οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή, αδιαφορούσε για τις προμνημονευθείσες δύο ανήλικες θυγατέρες αυτής, επεδείκνυε άκρως αντισυζυγική συμπεριφορά, είχε συνάψει παράλληλους εξωσυζυγικούς δεσμούς, συναντούσε τους εξωσυζυγικούς ερωτικούς της συντρόφους εντός της οικογενειακής στέγης, ερωτοτροπούσε ποικιλοτρόπως μ’ αυτούς αφενός εκεί και αφετέρου, με την παρουσία των προαναφερθέντων τέκνων της, διαδικτυακώς, πραγματοποιώντας άσεμνες συνομιλίες μ’ αυτούς, ενδιαφερόμενη μόνο για τις πρόσκαιρες ηδονές και μη διαθέτοντας ίχνος ντροπής, στην ίδια διαδικτυακή σελίδα, όπου απέστελλε γυμνές φωτογραφίες της και λάμβανε γυμνές φωτογραφίες των εξωσυζυγικών ερωτικών συντρόφων αυτής, ανέβαζε φωτογραφίες των τέκνων της με εμφανή τα χαρακτηριστικά του προσώπου αυτών σε κοινή θέα, εξέθετε, εξαιτίας της προπεριγραφείσας κατάπτυστης, επονείδιστης και αποκρουστικής διαστροφής της, σε σημαντικό κίνδυνο τα τέκνα αυτής, είχε ροπή στη μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ, με συνέπεια να τελεί συχνά σε ευθυμία, δεν τυγχάνει κατάλληλη για την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της, στα οποία δε συμπεριφέρεται ως πραγματική μητέρα, και δεν μπορεί να τα διαπαιδαγωγήσει ορθά. Διά της υπ’ αριθμόν ./15-3-2017 ένορκης βεβαιώσεως του τέταρτου εναγόμενου ιερέα ως μάρτυρος ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών …, που ο πέμπτος των εναγομένων, υιός του τετάρτου εξ αυτών, προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, μέσω του από 26-4-2017 σημειώματός του, προς απόδειξη και ανταπόδειξη στη δίκη με αντικείμενο τη συνεκδίκαση, μεταξύ των προδιαληφθέντων διάδικων εν διαστάσει συζύγων κατά την 26-4-2017, των αντίθετων αιτήσεων αυτών περί της λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο τη μετοίκηση του πέμπτου εναγομένου από τη συζυγική τους στέγη, την προσωρινή ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης αυτών, της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων τους και της διατροφής αυτών καθώς και την προσωρινή προστασία της προσωπικότητας της ενάγουσας, επί των οποίων αιτήσεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 858/26-6-2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο τέταρτος εναγόμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων, ήτοι της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου και της δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που έκρινε τις προμνημονευθείσες αιτήσεις, ότι η ενάγουσα αδιαφορούσε για τον πέμπτο των εναγομένων σύζυγό της και τα προειρημένα κοινά ανήλικα τέκνα αυτών, παραμελούσε το νοικοκυριό της, ασχολείτο μόνο με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το κινητό της τηλέφωνο, απείλησε τον προδιαληφθέντα εν διαστάσει σύζυγο αυτής ότι θα του αποσπάσει το ποσοστό του 25% της περιουσίας αυτού, επεδείκνυε απαξιωτική και περιφρονητική συμπεριφορά έναντι του τέταρτου εναγόμενου πεθερού της και της συζύγου αυτού πεθεράς της, έχει μεγάλη επίδοση στο ψέμα, κατά τον Ιούλιο του 2015 εξύβρισε τον πέμπτο των εναγομένων και αποπειράθηκε να προκαλέσει σ’ αυτόν σωματικές βλάβες, ενώ διεκδικεί την αποκλειστική επιμέλεια των προειρημένων ανήλικων τέκνων της, όχι για να φροντίζει αυτά, αλλά προκειμένου να εισπράττει διατροφή από τον πέμπτο εναγόμενο πατέρα τους, όπερ αποβαίνει βλαπτικό για την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη των ανωτέρω ανήλικων τέκνων. Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως, για την ενάγουσα, οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων στις προδιαληφθείσες, χρησιμοποιηθείσες ως αποδεικτικό μέσο από τον πέμπτο εναγόμενο στις ως άνω δίκες, τέσσερις σαφείς, συμβαδίζουσες μεταξύ τους και άρα αξιόπιστες ένορκες βεβαιώσεις αυτών, είναι λοιπόν αληθή. Τούτο προκύπτει ιδίως από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των εναγόμενων απλών ομοδίκων αφενός, σε φωτογραφικές αναπαραστάσεις, τόσο αποθηκευμένες στον οικογενειακό ηλεκτρονικό υπολογιστή των προμνημονευθέντων διάδικων εν διαστάσει συζύγων φωτογραφίες της ίδιας της ενάγουσας, των προαναφερθέντων ανήλικων τέκνων αυτής, της οικίας τους και τρίτων προσώπων, δηλαδή των εκτός του προμνημονευθέντος γάμου αυτής δύο παράλληλων ερωτικών της συντρόφων, όσο και ηλεκτρονικές συνομιλίες της μ’ αυτούς δι’ αποθηκευμένων στο κινητό της τηλέφωνο γραπτών μηνυμάτων μέσω διαδικτυακών λογαριασμών, οι οποίες φωτογραφίες και συνομιλίες αποτελούν μηχανικές απεικονίσεις αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από το έτος 2015 και εντεύθεν, τυγχάνοντας γνήσια ιδιωτικά έγγραφα, απορριπτομένου κατ’ ουσίαν του παραδεκτώς (ά. 237§2 ΚΠολΔ) προβληθέντος από την ενάγουσα ισχυρισμού περί της αρνήσεως της γνησιότητάς τους (ά. 444§§1στοιχ.γ,2, 445, 448§§2,3, 457 και 458 ΚΠολΔ), και αφετέρου αιματολογικές εξετάσεις της ενάγουσας κατά τα έτη 2013-2017, από τις οποίες συνάγεται ότι αυτή καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν άλλωστε παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα, διότι δε συνιστούν προϊόν παγιδεύσεως της ενάγουσας ή αξιόποινης πράξεως ούτε αποκτήθηκαν από τους εναγομένους με την παραβίαση μυστικών κωδικών προσβάσεως, αλλά ανευρέθησαν από τον πέμπτο των εναγομένων εντός της προδιαληφθείσας οικογενειακής στέγης καθώς και, ειδικότερα οι φωτογραφίες και οι ηλεκτρονικές συνομιλίες, αποθηκευμένες στη μνήμη του οικογενειακού ηλεκτρονικού υπολογιστή των προαναφερθέντων διάδικων συζύγων και του προσομοιάζοντος με ηλεκτρονικό υπολογιστή κινητού τηλεφώνου της ενάγουσας συζύγου του. Οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν μάλιστα, κατά τον προπαρατεθέντα τρόπο, το απόρρητο της ελεύθερης επικοινωνίας της ενάγουσας, δοθέντος ότι δεν παρενέβησαν στην προειρημένη επικοινωνία αυτής κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της (ά. 19§1 Σ.), ούτε την κατά τη γενική αρχή της καλής πίστεως νοούμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας (ά. 5§1 και 9§1εδ.β Σ.), η προστασία της οποίας δεν μπορεί, ενόψει της συνταγματικής κατοχυρώσεως των θεσμών της οικογένειας και του γάμου, της συνταγματικής προστασίας της παιδικής ηλικίας (ά. 21§1 Σ.) καθώς και από την ίδια τη φύση του πράγματος (βλ. επίσης τα ά. 1386, 1387, 1510, 1511 και 1518 ΑΚ), να είναι απόλυτη στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των συζύγων και με τα ανήλικα τέκνα τους. Η in concreto μετ’ επικλήσεως προσκόμιση ως αποδεικτικών στοιχείων αφενός των προδιαληφθεισών συντελεσθεισών επικοινωνιών και φωτογραφιών, που αφορούν τη σεξουαλική ζωή της ενάγουσας με τρίτα πρόσωπα, και αφετέρου των προειρημένων ιατρικών εξετάσεων, οι οποίες άπτονται της υγείας της, χωρίς τη συγκατάθεση των προμνημονευθέντων υποκειμένων των εν θέματι ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και με κατ’ αρχήν παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεώς τους (ά. 9Α§1εδ.α Σ.) τύγχανε λοιπόν τελικώς νόμιμη, ως απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την άσκηση του υπερέχοντος in casu συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων [ά. 20§1 Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ), 6§1 ΕΣΔΑ, 1 επ., 9§§1,2στοιχ.στ του τεθέντος σε εφαρμογή την 25-5-2018 Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων, GDPR), 2 και 7§§1,2στοιχ.γ Ν. 2472/1997, πρβλ. το ά. 25§1στοιχ.γ Ν. 4624/2019, ο οποίος κατήργησε το Ν. 2472/1997 και ισχύει από την 29-8-2019 (ά. 84 και 87)] και δη προς το σκοπό της άμεσης πλήρους αποδείξεως των προαναφερθέντων κατατεθέντων στις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις πραγματικών περιστατικών και ανταποδείξεως της ιστορικής βάσεως της υπό κρίση αγωγής, δίχως να αρκεί εν προκειμένω, επί τη βάσει των προεκτεθέντων, η χρήση ηπιότερων αποδεικτικών μέσων. Η εκ μέρους της ενάγουσας επίκληση των καθιερούμενων διά των άρθρων 9, 9Α του Συντάγματος, 7, 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (σε συνδ. προς το ά. 6§1 ΣΕΕ) και 8 της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν είναι συνεπώς in concreto θεμιτή (ά. 19§3 Σ. e contrario), αφού τα προειρημένα δικαιώματα της ενάγουσας υποχωρούν in casu, για να εκπληρωθεί το προδιαληφθέν ίσης τυπικής ισχύος δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας των εναγομένων. Το τελευταίο προηγείται εν προκειμένω έναντι του δικαιώματος αποκρύψεως της εξωσυζυγικής σεξουαλικής ζωής της ενάγουσας, δοθέντος ότι τα προαναφερθέντα επίμαχα αποδεικτικά στοιχεία αφορούν αποκλειστικώς την ένδικη αστική διαφορά και δεν επεκτείνονται σε άλλα, μη αναγκαία ως προς την άσκηση του προμνημονευθέντος δικαιώματος αποδείξεως και ανταποδείξεως, προσωπικά δεδομένα της ενάγουσας, ενώ δε θίγεται στην υπό κρίση περίπτωση η συνταγματική κανονιστική αρχή της αναλογικότητας ως μέσο για την αναγκαία πρακτική εναρμόνιση (praktische Konkordanz) μεταξύ των ανωτέρω ίσης τυπικής ισχύος αντίρροπων συνταγματικών δικαιωμάτων, τα οποία εξοπλίζονται μάλιστα με άμεση τριτενέργεια (ά. 25§1 Σ.) (βλ. συναφώς ΟλΑΠ 1/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 1/2001, ΕλλΔνη 2001, 374, ΑΠ 252/2018, ΑΠ 1520/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΛαρ 212/2019, ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι προειρημένες φωτογραφίες, ηλεκτρονικές συνομιλίες και αιματολογικές εξετάσεις δεν αποτελούν επομένως in concreto παράνομα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια να μην τυγχάνουν απαράδεκτα, αλλά να λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου έτσι ως ουσία αβάσιμου του περί αντιθέτου αποδεικτικού ισχυρισμού των εναγομένων. Με τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα συμπορεύονται επιπλέον τόσο τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους λοιπά έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ως δικαστικά τεκμήρια, και οι νομίμως ληφθείσες στο πλαίσιο έτερων δικών ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους υπ’ αριθμόν ./2-10-2017 ένορκη βεβαίωση του Ε. Ζ. του Ν. και της Μ. ενώπιον του προξένου της Ελλάδας στις Βρυξέλλες, συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και νομίμως μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα από 2-10-2017 ένορκη βεβαίωση του βρετανικής ιθαγένειας S. P. A. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αγγλίας και Ουαλίας … και υπ’ αριθμόν ./21-5-2018 ένορκη βεβαίωση της Ε. Γ. του Φ. και της Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών …, η από 25-4-2017 έκθεση ένορκης εξετάσεως της ενάγουσας ως μάρτυρος ενώπιον του Υπαστυνόμου Α΄ της Ελληνικής Αστυνομίας … υπό την ιδιότητα του προανακριτικού υπαλλήλου και η από 23-10-2017 ένορκη εξέταση του ιατρού … ως μάρτυρος ενώπιον της Β΄ Πταισματοδίκη Πατρών, όσο και η προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως εκ μέρους των εναγομένων και νομίμως ληφθείσα στο πλαίσιο της παρούσας δίκης προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Δ. Β. του Π. και της Αν., η οποία είναι σαφής και αξιόπιστη. Αντιθέτως, οι προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από την ενάγουσα και νομίμως ληφθείσες στο πλαίσιο της προκείμενης δίκης προμνημονευθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν., συζύγου Σ. Γ., το γένος Χ. και Χ. Π., Κ. Α. του Γ. και της Ά., Μ. Σ. του Ν. και της Ε. και Ο. Π. του Χ. και της Α. δεν αρκούν, προκειμένου να αντικρούσουν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα της παρούσας δίκης, διότι αφενός η πρώτη εκ των προειρημένων μαρτύρων της ενάγουσας είναι η μητέρα της, που καταθέτει εκεί, μεταξύ άλλων, πως ο πέμπτος των εναγομένων ασκούσε ενδοοικογενειακή βία εις βάρος της ενάγουσας εν διαστάσει συζύγου αυτού και θυγατέρας της ενόρκως βεβαιούσας, πράγμα το οποίο όμως δεν αποδεικνύεται, και αφετέρου οι έτερες μάρτυρες της ενάγουσας έχουν απλώς επαγγελματική σχέση μ’ αυτήν, όπερ έχει ως αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν με ακρίβεια τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την οικογενειακή, τη σεξουαλική της ζωή και την υγεία αυτής. Άρα, οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι δεν τέλεσαν in casu εναντίον της ενάγουσας τα ποινικά και αστικά αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, διότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους τυγχάνουν αληθείς, με περαιτέρω συνέπεια ο πέμπτος των εναγομένων να μην έχει διαπράξει in concreto εις βάρος της ενάγουσας τα ποινικά και αστικά αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος κατά συρροή και σε συκοφαντική δυσφήμηση κατ’ εξακολούθηση. Οι προδιαληφθέντες τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι συγγενείς του πέμπτου των εναγομένων προέβησαν λοιπόν, επιμελεία του τελευταίου, στις προεκτεθείσες αντίστοιχες τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις αυτών από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο πέμπτος εναγόμενος τις χρησιμοποίησε ως αποδεικτικό μέσο στις προαναφερθείσες άλλες αστικές δίκες, με αντικείμενο αφενός τις, από 10-5-2017 και 7-6-2017 αντιστοίχως και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ./2017 και ./2017 αντιστοίχως, δύο αγωγές αποζημιώσεως της εν προκειμένω ενάγουσας εναντίον του πέμπτου των εναγομένων και αφετέρου τις αντίθετες αιτήσεις αυτών περί της λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επί των οποίων αιτήσεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 858/26-6-2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που δέχθηκε τις δύο αιτήσεις της ενάγουσας και απέρριψε την αντίθετη αίτηση του πέμπτου εναγομένου, για τη διαφύλαξη του, απορρέοντος από το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, δικαιώματός του περί αποδείξεως και ανταποδείξεως, ήτοι προκειμένου να απορριφθούν οι προειρημένες αγωγές και αιτήσεις της ενάγουσας εναντίον του πέμπτου των εναγομένων και να γίνει δεκτή η προδιαληφθείσα αντίθετη αίτηση αυτού εναντίον της ενάγουσας, ώστε να του ανατεθεί προσωρινώς η αποκλειστική επιμέλεια του προσώπου των ανωτέρω ανήλικων θυγατέρων αυτού. Πρέπει επομένως να γίνει in casu δεκτή κατ’ ουσίαν η παραδεκτώς (ά. 237§1 ΚΠολΔ) προταθείσα από τους εναγομένους, διά των νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεών τους, καταλυτική ένσταση εκ της, εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ένεκα της ενότητας της έννομης τάξεως, ρυθμίσεως του άρθρου 367§1στοιχ.γ ΠΚ, περί της άρσεως του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφημήσεως της ενάγουσας από τους εναγομένους, και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η παραδεκτώς (ά. 237§2 ΚΠολΔ) προβληθείσα από την ενάγουσα, μέσω της νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προσθήκης-αντίκρουσής της, και ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 367§2στοιχ.β ΠΚ αντένσταση, αφού από το ανωτέρω περιεχόμενο των επίμαχων τεσσάρων ενόρκων βεβαιώσεων και τις προπαρατεθείσες περιστάσεις προκύπτει ότι η διατύπωση αυτών δεν υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του προαναφερθέντος δικαιολογημένου ενδιαφέροντος των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και την προστασία του προμνημονευθέντος δικαιώματος αποδείξεως και ανταποδείξεως του πέμπτου των εναγομένων και κατ’ επέκταση δε συντρέχει σκοπός των εναγομένων προς δυσφήμηση, εξύβριση και προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, οπότε δεν έχουν τελεσθεί in concreto εναντίον της από τους εναγομένους τα ποινικά και αστικά αδικήματα της απλής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως. Οι εναγόμενοι δεν προσέβαλαν συνεπώς εν προκειμένω, με οποιονδήποτε τρόπο, παρανόμως, αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και υπαιτίως την τιμή, την ατομική και επαγγελματική υπόληψη της ενάγουσας και εν γένει την προσωπικότητα αυτής ούτε τέλεσαν εις βάρος της οποιαδήποτε αδικοπραξία, όπερ έχει ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να μη δικαιούται in casu να αξιώσει από τους εναγομένους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

4. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν, κατόπιν παραδοχής του παραδεκτώς υποβληθέντος διά των νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεων των εναγομένων (ά. 115§3 και 237§1 ΚΠολΔ) οικείου νόμιμου αιτήματός τους, τα δικαστικά έξοδα αυτών για την παρούσα δίκη εις βάρος της ενάγουσας εξαιτίας της ήττας της (ά. 106, 176, 189, 190, 191 ΚΠολΔ και Ν. 4194/2013), όπως προβλέπεται πιο συγκεκριμένα στο διατακτικό της προκείμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπό κρίση αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200 €) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Πάτρα, την 11-2-2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *